Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Ιστορία Ειρήνης

Πήραμε το τραμ από το κεντρικό δρόμο του Όσλο και μετά από λίγο βρεθήκαμε στο βουνό μέσα στο δάσος.

Η αλλαγή από το αστικό τοπίο στο δάσος έγινε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα που πήρε ώρα να χαλαρώσω.

Χαθήκαμε. Ξεχαστήκαμε. Κάποια στιγμή το δάσος «τελείωσε».Πάνω που είχαμε κουραστεί και ελαφρώς αγχωθεί για το πού βρισκόμαστε.

Είμαστε σε μια χιονοδρομική πίστα.

Από κει το τοπίο γύρω έμοιαζε με καρτ-ποστάλ του ’60, επιχρωματισμένη, με δέντρα στο τέλειο σχήμα και ουρανό μπλε- τυρκουάζ.

Προσανατολιστήκαμε.

Ξαπλώσαμε κάτω από τα ακίνητα lifts και αποκοιμηθήκαμε ζαλισμένοι από τον ήλιο.

Ήταν μέσα Αυγούστου.

Ήταν λίγο παράδοξο.

Ιστορία Θανάση

Αγαπητέ μου φίλε, βαρέθηκα αυτές τις διακρίσεις, πολιτισμός και φύση, φύση και πολιτισμός, φτάνει πια. Αυτά είναι αλληλένδετα. Εξημερώνει ο άνθρωπος τα φυτά, εξημερώνει τα ζώα, και ταυτόχρονα εξημερώνεται. Το καταλαβαίνεις αυτό; Το έχουν πει πολλές φορές, διάφοροι, με διαφορετική ορολογία. Το λένε και σταματούν εκεί. Κανονικά θα έπρεπε να προχωρήσουν και στο αντίθετο του, όπως εξημερώνεις και εξημερώνεσαι, έτσι εξαγριώνεις και εξαγριώνεσαι. Άσε λοιπόν τις διακρίσεις μεταξύ πολιτισμού και φύσης. Καθόλου απολίτιστος δεν είμαι που σκότωσα μερικές γάτες. Άλλωστε, γιατί δεν σκότωσα ποτέ έναν σκύλο ή κάποιο πουλί; Είναι τυχαίο αυτό; Ούτε μύγα σκότωσα. Ούτε μυρμήγκι. Μόνο κανένα κουνούπι πότε πότε τα καλοκαίρια, όταν μας τσιμπούν και μάς τρελαίνουν στη φαγούρα. Μας εξαγριώνουν τα κουνούπια, μας εξαγριώνουν και κάποιες γάτες, όπως η Κανέλα, η πρώτη που σκότωσα. Όσο την περιποιόμουν τόσο αυτή καιροφυλακτούσε για να με γρατσουνίσει. Η προσωποποίηση της αγνωμοσύνης. Σκέφτηκα ότι ήταν του χαρακτήρα της, αλλά και η Γαλανή τα ίδια έκανε. Και η Τίγρη. Και ο Μήτσος. Η Μικρή. Ο Λούκουλος... Από εκεί και πέρα δεν ξανάβαλα γάτα στο σπίτι μου, και φροντίζω να μην περνάνε ούτε από τον κήπο μου. Σταμάτα, λοιπόν, αυτές τις διακρίσεις πολιτισμού και φύσης.

Ιστορία Βασίλη

Όταν ήμουν 15 με 16 χρονών είχα μανία να καταστρέφω και να σπάζω πράγματα. Στο βουνό πάνω από το χωριό μου ήταν ένα μέρος με βράχους κι εκεί παίζαμε. Μια μέρα μου καρφώθηκε να ξεκολλήσω έναν από αυτούς, έναν πολύ μεγάλο που είχε κάνει μια ρωγμή με το έδαφος. Δυο-τρία παιδιά ακόμη με βοήθησαν και κάποια στιγμή ο βράχος ξεκόλλησε. Άρχισε τότε να κατρακυλά το βουνό και να κατευθύνεται προς το χωριό. Καθώς κατηφόριζε μικρά κομμάτια πέτρας εκσφενδονίζονταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Πλησιάζοντας στο χωριό ο βράχος άρχισε να κάνει γκελ και συνέχισε να κατηφορίζει ώσπου χάθηκε από τα μάτια μας. Θα είχε πέσει στο χωριό. Κρύος ιδρώτας μας έλουσε. Πού πήγε και σε ποιανού το σπίτι είχε πέσει; Σίγουρα τώρα δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω. Ξεκινήσαμε να περπατάμε μες στο βουνό. Πόσο όμως να λείψουμε;

Αρχίσαμε να πεινάμε να διψάμε. Κάποια στιγμή αποφασίζουμε να γυρίσουμε πίσω. Δειλά, δειλά πλησιάζουμε κι αφουγκραζόμαστε. Ούτε φασαρία, ούτε αλαλαγμοί. Κοιτάμε τα σπίτια, όλα εντάξει. Ανακούφιση. Αλλά που πήγε ο βράχος, εξαφανίστηκε; Ψάχνουμε, ψάχνουμε και τι βρίσκουμε; Σε ένα πλάτωμα, πάνω από το χωριό, σε ένα τελευταίο του γκελ, ο βράχος έχει καρφωθεί αναποδογυρισμένος στο έδαφος, μια στροφή πριν την πρώτη στέγη.

Ιστορία Δημήτρη

Όταν ήμασταν μικροί κάποια στιγμή ανακαλύψαμε το κάπνισμα. Μαζεύαμε λεφτά ρεφενέ και αγοράζαμε ένα πακέτο. Ο περιπτεράς δεν υποψιαζόταν τίποτα γιατί οι μεγάλοι μας έστελναν συνέχεια ν’ αγοράσουμε τσιγάρα. Πηγαίναμε στο δάσος και καπνίζαμε. Στο τέλος κρύβαμε το πακέτο στην κουφάλα ενός δέντρου, εκεί και το ξαναβρίσκαμε. Έλα όμως που πολλές φορές το ξαναβρίσκαμε λειψό. Άναβε τότε η συζήτηση: Ποιος ήρθε και με ποια παρέα, δώσαν κι αυτοί τον οβολό τους ή μας πιάσανε κορόϊδο;